ΣΤΟΛΙΣΑΜΕ!!!

ΣΤΟΛΙΣΑΜΕ!!!
adespotos1@hotmail.com

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

26 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ: ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ...δε σε ξεχνάμε ρε μπαγάσα


*ΜΕΓΑΛΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟ. 
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ, ΚΑΙ 12 ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ''ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ''
Τα λόγια και οι μουσικές του Νικόλα Άσιμου παλεύουν και σήμερα λυσσασμένα με το χρόνο. Τα πιο πολλά τραγούδια του ασφυκτιούν, ακόμη, στις παράνομες κασέτες. Τα πεζά του, οι θεατρικές του απόπειρες, οι μπροσούρες του, οι λίγες παραστάσεις του που κινηματογραφήθηκαν παραμένουν terra incognita για το ευρύ κοινό. 


Κι όσο περνάει ο καιρός, η εικόνα του ταλαντεύεται επικίνδυνα ανάμεσα στη γελοιότητα και την ιδιοφυΐα. Μια φορά κι έναν καιρό στην Κοζάνη, μετά στη Θεσσαλονίκη, τελικώς στην Πλατεία Εξαρχείων, ένα μελαγχολικό παιδί της μεταπολίτευσης εξοργίστηκε. Κάλυψε τις αναπηρίες του με ένα μανδύα μέλανα και πορφυρό. Κι έγινε δύσκολος γρίφος γι’ αυτούς που μπερδεύουν το βασιλιά με το γελωτοποιό που φόρεσε την κορώνα. Χαοτικές αποστάσεις χωρίζουν όσους απλώς σιγοτραγουδάνε τον «Μπαγάσα» και το «Βενσερέμος» απ’ το ραδιόφωνο, με όσους τον έφτυναν αδίστακτα όσο ζούσε και τους άλλους που τον έκαναν σημαία τους – όχι πάντα χωρίς ιδιοτέλεια. Κάμποσες σκέψεις και πληροφορίες από μας, κάποιες πολύτιμες ανέκδοτες μέχρι σήμερα φωτογραφίες, μαζί με σκόρπιες όσο και δυσεύρετες λέξεις του αυτόχειρα καλλιτέχνη θα βρείτε σε τούτες τις σελίδες. Και σεβασμό για την αντιφατικότητά του. Και αγάπη. Όχι ασφαλώς, η τελευταία λέξη για τον Άσιμο δεν έχει ειπωθεί ακόμη…

  Των Γιώργου Ι. Αλλαμανή &
 Οδυσσέα Ιωάννου


« Όταν πλακώσει ο θάνατος, αρχίζει η καταγραφή της ζωής…»

Νικόλαος Ασημόπουλος. Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του πήγαν στη Θεσσαλονίκη μόνο για τη γέννησή του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στην Κοζάνη, όπου και ζούσαν. Ο πατέρας του, ο Λάζαρος, ήταν έμπορος γυαλικών. Τη μητέρα του την έλεγαν Μαρία. Ο Νίκος ήταν το πρώτο τους παιδί. Ακολούθησαν ο Βασίλης και ο Δημήτρης. Η πρώτη του σοβαρή εξωσχολική δραστηριότητα ήταν ο αθλητισμός. Ασχολήθηκε με το άλμα εις ύψος, όπου και διακρίθηκε, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στους μαθητικούς αγώνες σχολείων της Μακεδονίας το 1965. Ταυτόχρονα αρχίζει και το ποδόσφαιρο. Τερματοφύλακας. Δέχτηκε επίσημη πρόταση από την ποδοσφαιρική ομάδα της Κοζάνης, αλλά η συμφωνία χάλασε. Στα δεκαοχτώ του έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Έως τότε δεν είχε εκδηλώσει καμιά έφεση προς τη μουσική. Αντιθέτως, έγραφε στιχάκια και ποιήματα, σχεδόν από την πρώτη Γυμνασίου. Πέρα από τη Φιλολογία, σκεφτόταν να γίνει δημοσιογράφος. Έγραψε ένα άρθρο σε κάποια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος. Έκτοτε το καθιέρωσε. Στη Θεσσαλονίκη ασχολήθηκε πολύ με το θέατρο. Έφτιαξε ένα φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι παίζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο, Μολιέρο. Ταυτόχρονα αγόρασε και την πρώτη του κιθάρα. Αυτοδίδακτος μουσικός, άρχισε εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ. Ούτε μύγα στο σπαθί του. Ανυπότακτος, αγνόησε όλες τις προειδοποιήσεις της λογοκρισίας για τα τραγούδια του και τα λεγόμενά του. Συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια. Όταν τον άφησαν, η ταυτότητά του είχε χαθεί. Δεν έβγαλε άλλη. Αυτό το κατάφερε μόνο δεκαοχτώ χρόνια αργότερα – ενάμιση χρόνο πριν το θάνατό του – καταφέρνοντας να του εκδώσουν μία ταυτότητα στο όνομα Άσιμος με τη «διευκρίνιση» στο σημείο του Θρησκεύματος: Άνευ Θρησκεύματος.
            Το 1973, και χωρίς πτυχίο, κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα. Πέμπτη εποχή, Ενδεκάτη Εντολή, Μουσικό Θέατρο Φτώχειας, Χνάρι, Σούσουρο-μουσικό καφενείο. Στην ουσία, πρόκειται για ένα είδος μεικτού θεάματος, στο οποίο, πέρα από τα τραγούδια, περιλαμβάνει θεατρικά, πρόζες και συνομιλία με τους θαμώνες, σε μια εκδοχή του Μπρεχτικού Θεάτρου. Συνεργάτες του οι Γκαϊφύλιας, Ζωγράφος, Ζουγανέλης, Ανδριανός, Μπουλάς, Χαρβάς, Τζαβέλας.
            Το 1975 κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια, σε ένα δισκάκι σαράντα πέντε στροφών. «Μηχανισμός» και «Πανηγύρι». Παράλληλα άρχισε την έκδοση «παράνομων» κασετών με τα τραγούδια του. Τις διακινούσε μόνος του, στα Προπύλαια, στο Μοναστηράκι και στα Εξάρχεια. Έστηνε υπαίθριες αυτοσχέδιες παραστάσεις.
            Όλα του τα χρόνια στην Αθήνα τα πέρασε στα Εξάρχεια. Το πρώτο σπίτι του ήταν στη Βαλτετσίου – στο οποίο κατά κάποιο τρόπο είχε κάνει κατάληψη – και αργότερα, έως και το θάνατό του,  έμεινε σε ένα ψιλικατζίδικο που άνοιξε στην Καλλιδρομίου. Το μαγαζάκι το είχε ονομάσει «χώρος προετοιμασίας». Σύχναζε στο Παρασκήνιο, το Καλλιδρόμιο, το Τσαφ, το Νταντά, τη Ράμπα…
            Το 1976, από τη σχέση του με τη Λίλλιαν Χαριτάκη, γεννήθηκε η κόρη του, Λίλλιαν-Κυριακή.
            Φυλακίστηκε για δυο μήνες το 1977, μαζί με άλλους πέντε εκδότες – συγγραφείς με επίσημη κατηγορία «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο».
            Το 1981, έγραψε βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», το οποίο όμως κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα.
            Το 1982, ο πρώτος του μεγάλος δίσκος, «Ο Ξαναπές». Δέκα τραγούδια, εκ των οποίων στα τέσσερα συμμετέχουν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Χαρούλα Αλεξίου.
            Το 1987 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμηνεύει πέντε τραγούδια του στα «Χαιρετίσματα».
            Την ίδια χρονιά ο Άσιμος οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού με την κατηγορία του βιασμού, κάτι το οποίο δεν τεκμηριώθηκε ποτέ. Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα γι’ αυτήν την αβάσιμη κατηγορία. Νοσηλεύτηκε σε ψυχοθεραπευτική κλινική.

«Είμαι πάντα πρόθυμος να δεχτώ μαθήματα,
 είμαι πάντα έτοιμος να δεχτώ χτυπήματα,
είμαι αυτό που ήμουν πάντα,
 εγώ γεννήθηκα στο κυπαρίσσι.»
           
Τον τελευταίο χρόνο αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την αυτοκτονία. Το λέει σε όλους τους φίλους του. Του λένε: «Εσύ, ρε Νικόλα, θα αυτοκτονήσεις; Ένας μαχητής της ζωής;» Απαντάει: «Επειδή είμαι μαχητής θα αυτοκτονήσω όρθιος!».Κλείνεται για μέρες στο καμαράκι, στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Κάθε μέρα αφήνει κι ένα σημείωμα στο τζάμι. «Θα περιμένω άλλη μια μέρα.» Προσπαθεί να κρεμαστεί τρεις φορές. Την πρώτη έσπασε το σκοινί και τη δεύτερη η καρέκλα. Την τρίτη όλα πήγαν…καλά. 17 Μαρτίου 1988. Άφησε κι ένα σημείωμα στον ιδιοκτήτη από τον οποίο νοίκιαζε το ψιλικατζίδικο, αυτοσαρκαζόμενος για την «ανικανότητά» του να αυτοκτονήσει. «Συγγνώμη, ρε Νίκο, που δε σου άδειασα νωρίτερα τη γωνιά, αλλά ως και ο θάνατος δε με ήθελε.»
Ένιωθε από παντού την πίεση να τον συνθλίβει. Οδυνηρή μοναξιά και απόλυτο χάσμα στην επαφή και τη συνεννόηση με τους ανθρώπους. «Κάποτε, θυμάμαι, μίλαγα ακόμη και με τους ανθρώπους. Τώρα πια δεν εξηγώ. Το έχω σταματήσει.»
            Μετά θάνατον, κυκλοφόρησαν δύο ακόμα δίσκοι του. «Το φανάρι του Διογένη», με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου, και το «Γιουσουρούμ – Στο φαλημέντο του κόσμου», με τη συμμετοχή του Παπακωνσταντίνου.
            Το 1989, ο κρατικός ραδιοσταθμός WDR της Γερμανίας αφιερώνει μια τρίωρη εκπομπή στον Άσιμο στο πλαίσιο του προγράμματος «Οι αιρετικοί του κόσμου».
            Έκτοτε, όλο και περισσότεροι – νέοι κυρίως – ανακαλύπτουν τα τραγούδια αυτού του κολασμένου για αλήθεια και ζωή ανθρώπου. Ενός ιδιότυπου δραματουργού που εξιδανίκευσε τελετουργικά το θάνατό του με τραγικό και σαρκαστικό τρόπο. Μιας φιγούρας που δε χωρούσε πουθενά και ζούσε για να ανατρέψει τα μη ανατρέψιμα. «Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ» ή, τουλάχιστον, υπήρξε με έναν κάποιο τρόπο… Ίσως, τον πλέον ζόρικο. Άφησε περίπου 140 τραγούδια. Κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της Καλλιθέας. Στην πλάκα, χαράχτηκαν τα στιχάκια του «Μπαγάσα». Πέντε χρόνια αργότερα, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο της Κοζάνης.
«Όταν πλακώσει ο θάνατος, αρχίζει η καταγραφεί της ζωής. Το καλό με μένα, αλλά και με το ζόρι, είναι ότι ξέρω συνειδητά το θάνατό μου, και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράψω και το θάνατό μου.»
                                                                                                                                                           
                                                                                                                                                Ο.Ι.
                                 «Αυτός είναι ο Άσιμος!»
                                   
Ακριβώς δέκα χρόνια πριν. Απρίλιος 1987. Φέρελπις νέος δημοσιογράφος αναλαμβάνω για λογαριασμό του περιοδικού «Μουσική» να κάνω μία συνέντευξη με το Νικόλα Άσιμο. Λίγες μέρες πριν είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος του Παπακωνσταντίνου «Χαιρετίσματα». Ραντεβού μεσημέρι στο ψιλικατζίδικο της Καλλιδρομίου. Έπινε ξεροσφύρι ένα μπουκαλάκι ούζο. Στη διάρκεια της κουβέντας πετάγεται και αγοράζει άλλο ένα. Το ήπιαμε μισό-μισό. Κάποιες φορές καταλαβαινόμασταν. Άλλες στιγμές χανόμασταν. Άκουγε με προσοχή τις ερωτήσεις μου, απαντούσε και ύστερα ανοιγόταν σε πράγματα που τον έκαιγαν. Μιλούσε υπέρ της Κατερίνας Ιατροπούλου. Ήταν εποχή που η υπόθεση Πόλλε βρισκόταν στο πρώτο πλάνο της επικαιρότητας. «Δε θεωρώ κανέναν σύντροφό μου. Τους καθαίρεσα όλους. Δε μπορεί να είναι σύντροφος κάποιος που η ταυτότητά του γράφει «χριστιανός ορθόδοξος». Δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω πώς είναι δυνατόν μία γυναίκα που έχασε άντρα και πατέρα στον Εμφύλιο να κάθεται να ακούει κηρύγματα κάθε Κυριακή στην εκκλησία από έναν παπά που κάνει έρωτα με το μικρόφωνο. Ξέρεις ποια είναι η τελευταία μου επιθυμία; Να μου δώσουν τον Άγιο Παντελεήμονα – το ναό της Αχαρνών – να τον κάνω καφωδείο. Έχει υπέροχη ακουστική.»
            Από ένα σημείο και ύστερα δεν καταλάβαινα τι εννοούσε και τι έλεγε για πλάκα. Δεν προσπαθούσα και ιδιαίτερα. Το ούζο το μεσημέρι με βαράει. Είχα κουραστεί. Στο τέλος, μου λέει: «Μικρέ, να ξέρεις πως δε θα σε αφήσουν να γράψεις όλα όσα σου είπα. Θα κόψουν τα μισά. Πρέπει να είσαι πολύ μάγκας για να τα γράψεις.» Εγώ δεν ήμουν ούτε μάγκας ούτε τίποτα. Τα έγραψα όλα και τα έδωσα. Ατάκες για τον Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη, τον Σαββόπουλο, τον Φλωράκη, τον Παπανδρέου. Και διάφορα άλλα, διανθισμένα με αιχμηρές, χαριτωμένες αλλά και επικίνδυνες για την εποχή αθυροστομίες. Μάγκας ίσως να ήταν ο Γιώργος Κυριαζίδης, διευθυντής του περιοδικού που δεν έκοψε τίποτα. Όταν κυκλοφόρησε το τεύχος, ο Άσιμος με πήρε τηλέφωνο στο περιοδικό. Ήθελε να με δει. Δεν πήγα. Το μεσημέρι πήρε το ποδήλατό του και κραδαίνοντας το περιοδικό στο χέρι φώναζε στην Πλατεία Εξαρχείων. «Αγοράστε τη «Μουσική». Οι μοναδικοί που δε με λογόκριναν. Διαβάστε. Αυτός είναι ο Άσιμος!».
            Εγώ δεν ξέρω ποιος ήταν ο Άσιμος. Δεν ξέρω αν ήταν γραφικός. Τσαρλατάνος. «Ο πιο φοβερός καραγκιόζης των δρόμων.» Αν στην πλατεία γελούσαν μαζί του. Ξέρω ότι λατρεύω δέκα – δεκαπέντε τραγούδια του. Τα υπόλοιπα, για τον Άσιμο, περισσότερο τα υποψιάζομαι παρά τα ξέρω. Υποψιάζομαι ότι η αλήθεια, όταν δεν τρελαίνει, σκοτώνει. Κάποιοι την πλησίασαν από πολύ μυστήρια δρομάκια. Από το να τα καταλαβαίνεις όλα, μέχρι το να μην καταλαβαίνεις τίποτα, δεν πρέπει να υπάρχει και πολύς δρόμος. Υποψιάζομαι ακόμη ότι εμάς τους υπόλοιπους μας σκοτώνει ο μέσος όρος, η κοινή λογική. Για την ώρα, αυτά μόνο καταλαβαίνω κι αυτά γράφω.
                                                                                                                                                                                                                                                             Ο.Ι.
Ο ΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ


                                                                                                                 
            «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ – μια έκδοση ανέκδοτο», γράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου του ο Νικόλας Άσιμος.
            Ως δήθεν όνομα συγγραφέα έγραψε ανάποδα το δικό του όνομα. Και μάλιστα με…αφιέρωση: «Τούτο το βιβλίο το αφιερώνω στον Σαλόκιν Σόμισα, στον άνθρωπο που μου ‘δωσε τη γνώση στο να κάτσω να το γράψω και να το τυπώσω». Στην πραγματικότητα, το «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» είναι άλλη μια αυτοέκδοση του συνθέτη του «Μπαγάσα». Κυκλοφόρησε το 1981 σε ελάχιστα αντίτυπα. Σκόρπια κείμενα, χτυπημένα σε γραφομηχανή.
            «Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς διαθέτουν γραφομηχανή. Η Γώγου διαθέτει γραφομηχανή. Ντούκου – ντούκου. Φαίνεται εμπνέει το ντούκου – ντούκου. Είναι μονότονο σαν το κομπρεσέρ».
            Ιδού, λοιπόν, ο καθρέφτης της νοοτροπίας του Άσιμου για τα κρίσιμα χρόνια, κυρίως τη μεταπολίτευση, αλλά και τις αρχές της – αδιέξοδης γι’ αυτόν – δεκαετίας του ’80.
            «Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το «Άσιμος» με γιώτα. Ουχί Ασίμος: ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμωφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το «σιμος» με γιώτα. Γιατί όταν λέμε «ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής…» η λέξη «άσημος» παίζει το ρόλο του επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη «τραγουδιστής» και γράφεται με ήτα. Ενώ το «Άσιμος» είναι όνομα, ή καλύτερα επώνυμο, και ουχί επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου».
            Εδώ, μεταξύ άλλων, καταγράφονται και οι απόπειρές του να εκφραστεί – συνήθως απελπιστικά μόνος. Ή, άλλοτε, μέσα από εφήμερες συνεργασίες, τις οποίες πάντοτε βάφτιζε έτσι ώστε να υποδηλώνουν «μαζικό κίνημα». Συνεργατικός Θίασος Μουσικών, Μουσικό Θέατρο Φτώχειας, Ομάδα Για ένα Πολιτικό Καφενείο, Αποκλεισμένοι Από Τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης Άνεργοι Καλλιτέχνες, Exarchia Square Band.
            Σχήματα που φυτοζωούσαν μέσα στην αδιαφορία του μεγάλου κοινού, ιδίως της κραταιάς τότε Αριστεράς, που προτιμούσε τα αντάρτικα και την τσίκνα των κομματικών φεστιβάλ κάθε Σεπτέμβρη.
            «EXARCHIA SQUARE BAND.Σας κάνουμε τη χάρη να ξαναπαίξουμε!!! Το ψευτολαϊκό ψευτοαντάρτικο ξεφτίζει. Οι βιομηχανικοί σούπερσταρ του λαϊκού μας πενταγράμμου ξεφουσκώνουν. Ο Σαββόπουλος δίνει στο κατεστημένο το άλλοθι ότι υπάρχει δήθεν ελευθερία της έκφρασης και επαναστατική κουλτούρα μέσα από τα καταναλωτικά κανάλια. Τα δε ροκ γκρουπάκια είναι απομιμήσεις των ξένων, χωρίς τον πηγαίο αυθορμητισμό και τη γνησιότητα του παλιού ροκ και του πανκ-ροκ που τη βγήκανε στα ίσια πριν γίνουν μπλουζάκια (όπως ο Τσε Γκεβάρα κλπ…)»
            Κι αν το κοινό δεν εμφανιστεί στο ραντεβού, δεν πειράζει που πειράζει. Ο πεισματάρης καλλιτέχνης δε θα το βάλει κάτω.
            «Σε περίπτωση απουσίας ακροατών και συρροής, θα επακολουθήσει επανάληψη των ανεπανάληπτων συμβάντων ΚΡΟΚ ανά τας Νους και τας Οδούς. Ό,τι έχει ο μπαξές με χωρίς ακροατές
            «ΚΡΟΚ»:λέξη – κλειδί του Άσιμου μια εποχή. Δείχνει να ‘ναι η ονομασία κάθε αυθεντικής καλλιτεχνικής πρακτικής, που μπορεί ν’ αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων. Κάτι ανάμεσα στο rock και τον ήχο ενός γέρικου κλαδιού που σπάει.
            «Πιστεύουμε ότι το θέατρο πρέπει να είναι «εν συγχρόνω ενεργεία». Η παράστασή μας προσπαθεί να δώσει την αίσθηση της γιορτής – πανηγυριού. Το έργο αρχίζει να στήνεται από την πρώτη του παράσταση και μετά. Ο ηθοποιός πλάθει το ρόλο του σύμφωνα με το κείμενο, το σύνολο, τον εαυτό του και την αντίδραση του κοινού.»
            Κακά τα ψέματα. Μπόλικες και φουσκωμένες οι λέξεις, πολλές φορές σωρεύθηκαν σαν κόκκοι άμμου δίπλα στην εργατίστικη φλυαρία της μεταπολίτευσης. Ένας ακόμη πύργος.
            «Τα ζώα μπορεί να φωνάζουνε και να μπλακώνονται (sic) στις μπουνιές. Ποτέ όμως δεν χρησιμοποιούν τη σπιουνιά, τους μπάτσους ή άλλα συγγενή ζώα για να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές, πράγμα που συνηθίζεται στην κοινωνία των ανθρώπων, που δεν είναι δυστυχώς ζώα.»
            Και – παλιά μου τέχνη κόσκινο…- ο Χρόνος  ας γίνει άλλοθι, ας γίνει ο υπέρτατος κριτής της κάθε αυτοανακηρυσσόμενης πρωτοπορίας. «Για όλα αυτά, το Μουσικό Θέατρο Φτώχειας δεν σας εύχεται χρόνια πολλά για τον καινούργιο χρόνο, αλλά κουράγιο κι αντοχή ν’ αντέξουμε στον χρόνο».
            Ωστόσο, κάποιες φορές το θαύμα συντελείτο. Η αληθινή Τέχνη ξετρύπωνε μέσα από τη μιζέρια. Κι έπαιρνε μια βαθιά ανάσα. Και γεννούσε. Φαίνεται ότι ο Νικόλας το διαισθανόταν αυτό και το αντιμετώπιζε με πικρία.
            «Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι πια εγώ. Θα ‘ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν».
            Όλοι εκείνοι που τον έβλεπαν σαν τον καραγκιόζη της Πλατείας Εξαρχείων (και ο ίδιος δεν έκανε τίποτα απολύτως για να τους διαψεύσει…) θα ερχόταν η στιγμή που θα υποκλίνονταν μπροστά στα 10 – 15 αστραφτερά διαμαντάκια της τραγουδοποιίας του. Και τότε, ίσως να έβλεπαν την κόκκινη γραμμή που ενώνει το διδακτικό κυνισμό του Διογένη (που αναζητούσε ανθρώπους) με του Άσιμου την άγαρμπη και χοντροκομμένη «συμβολική» (που αναζητούσε «Κροκ – ανθρώπους»).
            «Ρώτησε κάποιος κάποτε. «Παλάβωσες Νικόλα; Γυρίζεις γύρω-γύρω το άγαλμα της πλατείας, κι επιταχύνεις το ρυθμό, κι έχουν περάσει ώρες;».Εγώ απάντησα τότε αυτό: «Όλοι, ο καθένας, η καθεμιά, κάνετε κύκλους παρόλο που πάτε ευθεία. Γυρίζεται σα σβούρες και δεν παίρνεται χαμπάρι. Προκειμένου να κάνω κύκλους, εγώ μπαίνω μέσα στον κύκλο και τον αντιμετωπίζω. Παρόλο που βρίσκομαι ακόμη στην περιφέρεια. Θα φτάσω και στο κέντρο
            Τι άλλο περιέχει το «ΑΝΑΖΗΤΏΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ»; Απομαγνητοφωνήσεις προφορικών αφηγήσεων. Κάμποσες σελίδες αφιερώνει στα νεανικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Και μετά, περισσότερες στο πώς πήρε το «χαρτί» για να μην πάει στρατό. Παρουσιάστηκε με μια σπασμένη κιθάρα.
            «Τότε με ρώτησαν οι φαντάροι: «Τι είναι τούτο ‘δώ;» (εννοώντας το κομμάτι απ’ τη σπασμένη κιθάρα). Και τους απάντησα εγώ «Τίμιο Ξύλο». Και πέσαν πάνω μου οι τρελοί και μου ζητάγαν από δαύτο. Κι εγώ τους μοίραζα, θυμάμαι, κι όλοι σκάγαμε στα γέλια
            Επίσης, περιέχει ορισμένες ανοικτές επιστολές. Με την ευκαιρία, σε μία απ’ αυτές λέει και τον πόνο του, γιατί τον πετάνε στον δρόμο και οι απλήρωτοι λογαριασμοί μαζεύτηκαν βουνό.
            «Ευχαριστώ για τη φιλοξενία, για τη δωρεάν γνωριμία και διαφήμιση, και παρακαλώ το νοικοκύρη μου να με διαβάσει μήπως και με πονέσει και δε μου κάνει έξωση, και μπορέσετε και εσείς να με βρείτε. Σπεύσετε ταχέως. Νικόλας Άσιμος, Αλωπεκής 39, τηλ. 714-328 (προς το παρόν κομμένο)».


ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
1981


 ΕΚΔΟΣΗ: ανέκδοτο
1
Νικόλας Άσιμος - Σαλόκιν Σόμισα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ  ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Τούτο το βιβλίο το αφιερώνω στον Σαλόκιν Σόμισα,
στον άνθρωπο που μούδωσε τη γνώση στο να κάτσω
να το γράψω και να το τυπώσω.
                                            2

 ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Ευτούτο το βιβλίο - κι ας φανεί παράξενο - δεν είναι δυνατό να διωχθεί, γιατί ο συγγραφέας του από πάντοτε παλεύει για την ελεύθερη έκφραση, και τόχει κατακτήσει το δικαίωμα τουλάχιστο για τον εαυτό του, πληρώνοντας αντίτιμο χιλιάδες χαμαλίκια.
Τυπώθηκε επίσης σε λιγοστά αντίτυπα και δεν πουλιέται στο εμπόριο, και όπου μοιράζεται, η τιμή που πληρώνεις ίσα ίσα καλύπτει το κόστος της αντιπαραγωγοπαραγωγής του. Όχι τον κόπο του εκδότη-συγγραφέα, ούτε τον κόπο του μοιράσματος.
Όποιος θέλει μπορεί να το πουλά, αλλά χωρίς κέρδος.
Δεν είναι δυνατό να κατασχεθεί, διότι παρ’ όλα όσα πιστεύει ο συγγραφέας, έχει και κάποια μέσα του ψυχή τυπωμένη στο χαρτί, και είναι δύσκολο να βρεθεί, και δεν κατάσχεται η ψυχή.
Και εξ’ άλλου αυτός που τόγραψε τυχαίνει να είναι άγνωστος - ευρύτατα γνωστός. Και μια κατάσχεση θα τον έκανε ευρύτατα γνωστό χωρίς το “άγνωστος”, και αυτό θα ήταν η καλύτερη διαφήμιση, και δε συμφέρει στους κρατούντες, αλλά ούτε κι ο ίδιος δέχεται τη διαφήμισή του.
Τέλος, το βιβλίο τούτο θα περάσει ντούκου και δε θα γίνει ποτέ της μόδας, όσο ζει ο συγγραφέας του, αλλά και από μόνο του. Διότι είναι - θάλεγε κανείς - “εκτός τόπου και χρόνου” παρότι αναφέρεται σε τόπο και σε χρόνο, και απλοϊκά άτοπον. Ούτε καν διά της εις άτοπον απαγωγής αναγκαίον.
Δεν έχει σημασία πού θα διαβαστεί.
Τόσο το χειρότερο πού θα διαβαστεί.
Εξ’ άλλου είναι εκτός Νόμου. Όπερ σημαίνει πως είναι πέρα και πάνω από το Νόμο. Και τον Νόμο τον απορρίπτει ως χυδαίο κι άχρηστο και τονε ξεπερνά.
Δεν είναι φτηνό παρά που η τιμή του ξεγελά. Δεν είναι καν “πορνό”. Δεν ασχολείται με θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως: άπλυτα παπάδων, τραβεστί, μπουρδέλα, Rock και τα τοιαύτα.
Όσον αφορά το κάθε τι και ότι, αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ, ως χαρακτηρισθέντας αλήτης και σχιζοειδής. Όχι συμφώνως τώ Νόμω. Ουδεμίαν σχέσιν έχει ο Νόμος μ’ εμένα κι εγώ μ’ αυτόν.
Αλλά έτσι για το έτσι. Γιατί πάντα αναλαμβάνω την ευθύνη του τι κάνω. 
Και δε γίνεται.  Το κάνω.
Αλλά αυτό αποδεικνύει πως Γίνεται !!!
Κάντο λοιπόν !


ΝΙΚΟΛΑΣ  ΑΣΙΜΟΣ






Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία.
                                                         3
-Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά τον θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράφω και το θάνατο.
Ενώ οι πιο πολλοί που καταγράφουν τη ζωή στο θάνατό της δεν το ξέρουν και το νομίζουν αυτό ζωή. Χα ;
Ζωή και Κίνηση. με τον καθένα στο καβούκι του, που δεν είναι καν προσωπικό, κλεισμένοι στον τάφο, χωρίς καν τη δύναμη του τυμβωρύχου, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να κόβει το φως.
Ό,τι κι αν κατ’  έγραψα ως τα τώρα (κασσέττες κλπ.) έγιναν ύστερα απ’ το θάνατο της ζωής και της λειτουργίας των κομματιών, που κατάληξαν στραγάλια και πιπίλα άλλων πιο αδύναμων από μένα, που η βολεμένη τους απραξία τους οδηγεί στο να περνάν την ώρα και να εκτονώνονται και μέσα από μένα.
Εκτονώ τονώ Δονήσεις. Εκτονούν τονούν Δονήσεις. Τσιμπιές. Δονήσεις. Τρύπες, τρυπάρες, τρυπίτσες... όλο αυτό με καταστέλλει. Θα γίνω ξανά το σουρωτήρι;
Τώρα γράφω με τη μέθοδο του προτιμότερου που είναι θάνατος διπλός. Προκειμένου να πουλάω τα βιβλία του θανάτου του Rock, τη Μπέττυ και τη Γώγου, όπως έχω καταλήξει.
Άς κυκλοφορήσω στη πιάτσα το δικό μου θάνατο.
Δε πιστεύω ότι βοηθάω κανένα. Ούτε εμένα.
Η προσπάθεια που καταβάλλω να καταγράψω επαναλαμβάνοντας αυτό που ήταν η ζωή είναι αφόρητη και δεν ισοβαρίζεται απ’ τα λεφτά που θα χάσω ή θα βγάλω κι απ’ τις πιθανές διώξεις που θα έχω.
Όποιος αγοράζει βιβλία και μένει σ’ αυτά είναι ηλίθιος, είναι πτώμα και χειρότερο. δεν ξέρει ούτε υποψιάζεται τον θάνατό του.
Εσύ που μ’ αγοράζεις με σκοτώνεις. Αλλά πρώτα σκότωσες τον εαυτό σου.
Πάντως μάθε. δεν πρόκειται να βρεις και τίποτα ατόφιο εδώ μέσα.
Οι πραγματικές ζωϊκές μου στιγμές δεν καταγράφονται.
Όταν φτάνω στη ζωή είμαι μέσα ολόκληρος, νοιώθω και γνωρίζω. Αλλά όταν ξέρω αυτά που ξέρω, δεν θυμάμαι. Ούτε ξέρω αν ή πώς θα ξαναφτάσω. Αυτή είναι η ασπίδα μου. Απλώς συμβαίνει  να συμβαίνει.
Τη ζωή μου δεν τη κατέγραψα. Ό,τι υπάρχει εδώ είναι επιδερμίδα, άλλοτε χοντρόπετση, άλλοτε ψιλόπετση.
πιο δικιά μου η ψιλόπετση
πιο δικιά σου η χοντρόπετση.
                -----
Κρίμα που πήγε κι αυτό έτσι
κρίμα που δεν ήταν αλλοιώς
και σταματάω σε μια λέξη
π’ αποροφάει ο θάνατος.
               
Στροφή από το τελευταίο μου σουξέ.
                -----
Το βιβλίο περιέχει πολλά
Ακόμα και τη λεκτουσία του ΚΡΟΚ.
Την ουσία δεν την περιέχει
Εγώ συχνά απουσιάζω
στην ουσία της απουσίας.
                -----
Αν είσαι η ροή που τρέχει
ή το σταμάτημα του ήχου
χτύπα.
Αλλοιώς μην ενοχλήσεις.
Μη διαταράξεις τη θεία αταραξία
του θνητού όντος που εμμένει.

Εσύ το παραβίασες κι αυτό το ίδιο εύκολα.
Είπες. πως γράφτηκε για σένα.
Ίσως. μπορεί.  Αλλά εσύ δεν είσαι σύ.
Βέβαια σε θαυμάζω που μπορείς και επεμβαίνεις.

Όπως τότε που πέταξες τη πίστη του Ηλία στον υπόνομο.
Αλλά εσύ δεν είσαι σύ. Δεν ξέρω αν θα δεχόσουν επεμβάσεις πάνω σου.
                -----
Νόμιζα πως μ’ έπιασε ότι χειρότερο απεχθάνομαι. Ζήλια και κτητικότητα. Αλλά δεν ήταν αυτό.
Ήθελα απλά να πειστώ πως μπορείς να ξεπεράσεις τα όριά σου.
                                                    4  
-Έγινα απαίσιος, απαίσιος, πιο απαίσιος απ’ ότι ήσουν κάποτε εσύ.
Ήθελα να σε κάνω να ξεκολλήσεις. Ή, να με σιχαθείς και να τελειώνει. 
Αυτό το σπίτι με πειράζει. κι ότι περιέχει. Πρέπει να σούριξα πολύ-πολύ ξύλο κι άντεξες. Πρέπει να ήμουνα αισχρός, αισχρός κι άντεξες. Πρέπει να ήμουνα αδύναμος, αδύναμος και με δέχτηκες. Πρέπει να είχα αποκοπεί κι ακολούθησες. Βρήκα τη δύναμη να δώσω τέλος και μου μίλησες.
Πως. δεν υπάρχει τέλος. Τέλος κι Αρχή τ’ αυτό. Τώρα ξέρω πως είσαι ο πιο φανταστικός άνθρωπος. Έχεις τεράστια δύναμη.  Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Δε σε φοβάμαι μη κυλήσεις. Αφού μπόρεσες να ταπεινωθείς.
Αφού μπόρεσες να κυλιστείς.
Αφού χτύπησες και σύ στο μαχαίρι.
Δε με πειράζει πια το σπίτι.
Ούτε το περιβάλλον σου.
Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Κι ό,τι ξέρεις είναι ιδιαίτερο. Είναι δικό σου. Δε σε φοβάμαι πια. Αυτή τη νύχτα μ’ έχεις ξεπεράσει. Δεν έχει σημασία που σ’ αγαπάω. Δεν έχει σημασία που σου δόθηκα πρώτος εγώ. Δεν έχει σημασία που δε μπορώ να πάω μ’ άλλη γυναίκα πια. Δεν έχει σημασία τίποτα.
Με βοήθησες πολύ χωρίς να το ξέρεις. Και δεν τόξερα και ‘γω. Απελευθέρωσα όλα μου τα ζωικά ένστικτα και ήσουνα δίπλα απλή. Είναι φανταστικό.
Αυτό σίγουρα δεν τόχω ξαναζήσει. Ή αν το έζησα δεν το θυμάμαι.
Κι ήσουνα δίπλα. Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Τώρα ξέρω πως δεν ήταν ζήλεια.
Ήταν απαραίτητο να γίνει. Ήθελα να πειστώ.
Χαίρομαι που είσαι έτσι. Χαίρομαι που δεν έπεσα έξω. Ξαναβρίσκω τις δυνάμεις μου. Σ’ ευχαριστώ.  Νοιώθω σα να έχω συνδέσει τη μοίρα μου μαζί σου.
Εσύ έχεις το Πίττ σου. Νοιώθω σαν κάτι να ξεκουνάει. Σα να αρχίζει κάτι που άρχισε από καιρό. Και δε το κατάλαβα.
Τώρα ξέρω ότι ξέρεις.
Σου έχω εμπιστοσύνη.
Αυτά.

Γράφω αργά, σταθερά απλοϊκά. Δε γράφω σαν και σένα με κομμένη την ανάσα. Τα γραφτά σου είναι στρόβιλος. Όπως στρόβιλος και σύ στο στρόβιλο. 
Ίσως νάχεις μεγαλύτερη δύναμη. Ίσως να σ’ έχω αδικήσει, όπως είχες πει.
Εγώ έχω κόψει τους δεσμούς μου με τα πράμματα. Με τους ανθρώπους πράγματα. Με τα γύρω που με κόβουν. Χρειάστηκα δύναμη πολλή γι’ αυτό. Γράφω αργά, σταθερά απλοϊκά. Μπορώ κι αντέχω. Αλλά εγώ σαν κινηθώ πραγματικά, εγώ γκρεμίζω. Γίνομαι στρόβιλος κι εγώ. Με κομμένη την ανάσα εγώ δρω. Εγώ τ’ αλλάζω τα πράμματα.
Εσύ δεν έχεις κόψει. Δεν τα αλλάζεις τα πράμματα. Είσαι μέσα σ’ αυτά. Γίνεσαι ένα μ’ αυτά. Αλλά σε ξέρω καλά. Είσαι πολύ μακριά από όλα τούτα. Πρέπει να χρειάστηκες πολύ δύναμη για να το κάνεις και ίσως περισσότερη από μένα. Μπορείς κι αντέχεις. Εσύ διάλεξες έτσι. Διάλεξες να σκίζεσαι. Σπας τον εαυτό σου χίλια κομμάτια. Δεν τα αλλάζεις τα πράμματα, αφήνεσαι να σε αλλάζουν. Εσύ που είδες άλλο πράμα διαφορετικό. Και δε σε καταπίνουν. Γιατί περπάτησες και σύ στο κομμένο το σκοινί επάνω. Παίζεις τη ψυχή σου στο δικό σου τριπ. Ίσως να την παίζεις από μένανε διαφορετικά. Αλλά πάντως την παίζεις. Όμως για να το κάνω χρειάστηκε να ξαναρχίσω να γράφω κι εγώ. και να διαβάσω μερικά απ’ τα γραφτά σου.
Με κομμένη την ανάσα...
Γι αυτό και τα γραφτά χρειάζονται κι αυτά καμμιά φορά. Για να καταλαμβαίνω το μεταξύ. Γιατί τυπώνεις την ανάσα στο χαρτί καμμιά φορά κι όχι στην καρδιά και φεύγει και το προσωπείο της λεκτικής μας επαφής.
Γι αυτό μη σκίζεις πάντα τα χαρτιά σου κι ας θέλεις δύναμη γι αυτό.
Αντί για κάποιον που σε ξέρει και χωρίς αυτά, όχι για κάποιον τρίτο, είσαι η ίδια σύ μες στο χαρτί.
Για κάποιον που σε ξέρει και μπορεί να δει, κι έχει τη δύναμη να το παραδεχτεί. Γιατί συχνά με πιάνεις και πιανόμαστε, σε πιάνω και πιανόμαστε. Μονάχα σα σωπαίνουμε και όχι σα μιλάμε. Σαν είναι άδειο το μυαλό μου και σου ξεβιδωθούν τα μάτια. Αλλά δε συμβαίνει κάθε μέρα τούτο. Ίσως κάποτε καταλάβει.  Αλλά ακόμη είμαστε εκεί και τα γραφτά χρειάζονται κι αυτά. Εμάς τα γραφτά μας είναι διαφορετικά.
Αλλά χρειάζονται διά το μεταξύ μας. Για μένα που με ξέρεις. Για σένα που σε ξέρω.
Ανάποδα το γράφω απ’ ότι τόπα πριν. Για κάποιον τρίτο τα χαρτιά δε χρειάζονται καθόλου.
Όντως παρατήρησα κι αυτό. Στα γραφτά σου το τολμάς και ακουμπάς τα πάντα. 
Και εμένα δεν τολμάς να μ’ ακουμπήσεις. Πάντως εγώ τολμώ και σ’ ακουμπώ. Δεν ξέρω ποιό είναι το καλύτερο ή κι αν είναι το ίδιο ακριβώς. Ή, αν υπάρχει το καλύτερο.
                                                          5

Άρα είναι έτσι.
Αρκούμαι σ’ αυτό.





-Ένδειξις χαμαιτυπείο, παραπλεύρως πτυελοδοχείο, τίτλος θεατρικού έργου σκ…σκατά.
Ενδεχομένως οι φίλοι σας απέθαναν, ενδεχομένως τους φίλους σας τους ξέκαναν. Ενδεχομένως δε θα τους ξαναδείτε πια.
Προχτές συνάντησα μια πάπια με το φίλο της το Νιόνιο. Ο Νιόνιος είναι γουρουνάκι. Ήτανε κοντά κι ένα παιδάκι, κι αρχινά παραμυθάκι…”
Προχθές έδρασαν οι “προβοκάτορες”. Το Προεδρείον - Αρχηγείον κηρύσσει γενική επιστράτευση.  Εμπρός! Ως εις όλοι αγωνισθώμεν υπέρ;;; χούντες, φούντες και τσαρούχια. Ο κύριος Γενικός μαζεύει υπογραφές, η κυρία Προέδρου επισκέπτεται το μοδίστρο. Ο φαλακρός γόης διατηρεί επαφάς με τον σκύλο της ΓΣΑ. Ο σκύλος επισκέπτεται την Αδαμαντία Βενάρδου.
Ο κέρβερος περιμένει μ’ ένα ψαλίδι. Το ψαλίδι γίνεται σανίδι γι αυτούς που πάλεψαν υπέρ των εντοπίων.
Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη - τι είναι αυτό που το λένε ομπρέλλα - τι είναι αυτό που το λένε μπρελόκ.
Ο αστυνομικός διευθυντής μοιάζει με μπουλντόκ. Η ομπρέλλα γίνεται αλεξίπτωτο, ο κιμάς προελεύσεως Ροδεσίας. Ένας παπάς κάνει ισορροπία στον ιστό της αράχνης. Ο Δράκος του καράτε κόβει τα περισσότερα εισιτήρια. Η κυρία Κλεονίκη διαβάζει εφημερίδα. Πόλεμος σ’ όλα τα μέτωπα. Η εφημερίδα κατάσχεται.
Η κυρία Κλεονίκη άδειασε το σούπερ-μάρκετ. Ο απόγονος του Λώτ αποχτά Νόμπελ ειρήνης.
Τι είναι αυτό που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια.
Πες αλεύρι. οι Τούρκοι μας πήραν την Κύπρο.
Πες κιμάς προελεύσεως Κύπρου.
Απεργία πείνας. Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ σταματήσαν τα τανκς.
Η πάπια ήταν στρουμπουλή. Η πάπια είχε πάρτυ. Ο Νιόνιος ήθελε πολύ, πάρα πολύ να τον καλέσουν”...
Είμαστε από την Διεύθυνσιν Ασφαλείας δι’ υπόθεσίν σας.
Ο Νιόνιος ήταν στρουμπουλός. Δεν του άρεσε το μπάνιο.”


Ο κύριος Μπάτς είχε χωρίστρα. “Γιατί δέρνετε τον κόσμο;
- “Γιατί παραπονιέται η γυναίκα μου πως δε γυρίζω νωρίς στο σπίτι και με στήνεις εσύ. Γι’ αυτό.”
Κάποτε σταμάτησα τριάντα μανιασμένους. Με κύκλωσαν. τους κοίταξα, τους είπα απλώς. Γιατί; Δεν έχω καιρό για ξύλο. Περάστε αύριο από τον Πύργο να τραγουδήσουμε μαζί.
Τους γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Τις έφαγα δυο μέρες μετά.
“Νιόνιο, είπε η πάπια, μυρίζεις άσχημα πολύ. Δε σ’ έπλυνε η μαμά σου! Όχι είπε ο Νιόνιος. Η μαμά μου θέλει να με πλύνει, αλλά δε θέλω εγώ.
Α πα πα πα πα, είπε η πάπια, αν δεν κάνεις μπάνιο, μ’ αυτά τα χάλια δε σε δέχομαι στο πάρτυ. Κι έφυγε κουνώντας τα φτερά της.”
Τα φτερά μας άνοιξαν την Πέμπτη και μας κόπηκαν την Παρασκευή.
Ο λαός δεν ξεχνά, οργανώνεται, νικά.
Την αλλαγή μας την φέραν οι Πινέζοι. Οι Πινέζοι δεν τρέφουν πτηνά. Χαμένο τίποτα δεν πάει είπαν τα τσαπιά…Τα τσαπιά κουράστηκαν να σκάβουν. Σήμερα, τα τανκς χώνονται στο έδαφος και προεξέχει μόνο το κανόνι τους.
“Θα τα ανατινάξουμε” είπαμε. Ξεχάσαμε ότι το τανκς ανατινάσσεται με την φωτιά.
Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Οι δρόμοι μας γεμίσανε καπνούς. Ο καπνός έχει ηλικία. Η ηλικία για τον καπνό δεν έχει όρια. Όσο μεγαλώνει τόσο δυναμώνει κι ο καπνός. Την αλλαγή την ξαναφέρανε τα τανκς. Ο λαός εφησυχάζει…Με τα χέρια…με τα δόντια…με τα νύχια…όλοι μαζί να κρατηθούμε.  Δύσκολο…πολύ δύσκολο. Η σαπίλα εισχώρησε βαθειά. Με τα χέρια…με τα δόντια…με το λαρύγγι…
με τις φωνές…με τα ρόπαλα. Όχι. τα ρόπαλα τα παίρνουν οι προβοκάτορες. Οι προβοκάτορες; Ποιοι προβοκάτορες; ΠΡΟΣΟΧΗ μη φοβίζετε τον κοσμάκη με τους προβοκάτορες. Η κυβέρνηση μας 
                                                                6
εκπροσωπεί. Εχθές έβγαλε ανακοίνωση. μας προασπίζεται. Και η Αστυνομία έβγαλε ανακοίνωση. Νάτο Σία και Αστυνομία.
Η αντλία αυτή τη φορά έριξε νερό με μέση πίεση. Οι χωροφύλακες αυτή τη φορά μας έδειραν με τρόπο.
Ο υπουργός εδιώχθη με τις κλωτσιές από τον κ. Υπαστυνόμο Α΄. Ο Α΄ παραμένει. Ο υπουργός συσπειρώνεται. Το πρωί ο υφιστάμενός του δήλωσε στους δημοσιογράφους τη γραμμή της κυβερνήσεως.  Η Κύπρος φλέγεται. Το μαγαζί μου στην Πλάκα έκλεισε. Ο ιπποπόταμος Φόρντ πήρε το μπάνιο του στην πισίνα της βίλας του στη Νέα Υόρκη και γελαστός ο επιτετραμμένος του εδέχθη αντιπροσώπους των διαδηλωτών. Αυτοί οι αντιπρόσωποι! Ο ιπποπόταμος έπαιζε γκολφ. Οι διαδηλωτές κουβαλούσαν ένα μεγάλο πανώ με τη λέξη ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Η λέξη “προδοσία” έγινε πολύ της μόδας. Η λέξη “εξουσία” επίσης. Οι Τούρκοι είναι ποτισμένοι με όπιο. Η “γιαγιά έσφαξε την εγγονή της για να μην πέση στα χέρια (πέη) των Τούρκων.”...
Α.Ν.Ο.Σ.Ι.Α.
Μερικοί Έλληνες διακηρύσσουν “Τούρκοι, είστε και σεις εργάτες”. Όλοι ενωμένοι. 
Η κυβέρνηση εδραιώνεται. Η ασφάλεια οργανώνεται. Το Νάτο εκκενώνεται. Οι προβοκάτορες οργανώνονται. Οι κυρίες πήγανε διακοπές. Οι εταιρείες δίσκων τρίβουν τους κώλους των. Ο Στέας κάνει δηλώσεις. Όλες οι οργανώσεις παίρνουν θέσεις υπέρ. Η Πλάκα ξαναβρίσκει τις δόξες της.
Τα θέατρα οργανώνονται. Τα “αδέλφια” μας υποδουλώνονται. Ο πόθος χαλυβδώνεται για λευτεριά.
Στο διπλανό ξενοδοχείο ο θυρωρός φορά μια κόκκινη γραββάτα και καλοδέχεται τους ξένους με χασμουρητά. Τον αφορά ο κτύπος που σημαίνει το κουδούνι όταν ο πελάτης του δωματίου Β΄ τον καλέσει για να του πάει τον καφέ. Τον αντιμετωπίζει απλώς επαγγελματικά. Όλα τα άλλα γι’ αυτόν είναι Πινέζικα.  Η γραβάτα του τον σφίγγει και κάθε τόσο την τραβά.
“Ο Νιόνιος τάχει χαμένα. Ο φίλος του ο σκύλος του είπε πως έπρεπε να κάνει μπάνιο. Η αγελάδα κούνησε δυό φορές την ουρά της και συμφώνησε κι αυτή. Έτρεξε στο γείτονα το γλάρο. Πάει στην πονηρή την αλεπού. Τρέχει στην σοφή την κουκουβάγια. Όλοι του είπαν: Άκουσε Νιόνιο, άμα θέλεις να πας στο πάρτυ να πας στη μαμά σου να της πεις να σου κάνει μπάνιο...
Ο Νιόνιος ήθελε πολύ να πάει στο πάρτυ. Όλες οι όμορφες γουρουνίτσες με τις κορδελίτσες τους και τα ψηλά τους τα γοβάκια θα βρίσκονταν εκεί. Ήθελε πολύ να δει τις γουρουνίτσες...”
Δεν θα τον αφήσουμε αυτόν. είναι ένας σατυροποιητής και τίποτα άλλο. Νομίζει πως κάποιος είναι.
Τι θαρρεί πως μπορεί να κάνει, εμείς έχουμε τα πάντα. Άστον εκεί με το τρύπιο πανταλόνι να μαζεύει τα κατουρημένα καλαμάκια, να μερέψει την πείνα του. Μόνος του μας αρνήθηκε, δεν τον αρνηθήκαμε εμείς.  Μόνος του θα φάει το κεφάλι του.
- Η είδηση δεν μπορεί να δημοσιευτεί. Η επιστολή σας δεν μπορεί να δημοσιευτεί. Το κείμενο πρέπει να το μαζέψετε. να το προσαρμόσετε, να το συμμορφώσετε. Βλέπετε,... υπάρχουν και Νόμοι.
- Μα δε μπορώ. - το ποτάμι ξεχειλίζει, είναι πολλά αυτά που καίνε, πολλά αυτά που λείπουν. Θέλω περισσότερο αέρα. Περισσότερο χώρο. Αποσυντίθεμαι. Έχω και γω ανάγκες, δε μπορώ άλλο. Ο χώρος που ζητώ δεν έχει σχέση με οικόπεδο. Δεν το θέλω το οικόπεδο. Δεν το θέλω το ψυγείο, το αυτοκίνητο, τη γκόμενα, τον πράχτορά σας, την εταιρία σας. Να ζήσω θέλω. Να ζήσω. και να ζήσουμε μαζί λεύτεροι κι ανθρώπινοι. Τους νόμους σας τους άντεξα. Παλιότερα υπήρχε λόγος. Αλλά τώρα. τα ίδια Παντελάκι μου, τα ίδια Παντελή μου.
“Ο Νιόνιος δίστασε. σκέφτηκε. άρχισε να το αποφασίζει. Το αποφάσισε. Έτρεξε στη μαμά του. 
- Μαμά, τέλω σαπούνι και ν....ό. Σέλω να κάνω μπάνιο...”
…Τη φίλη μου την έχασα. Πήγε το πρωί για εξετάσεις στο γιατρό της. Είχε πόνους στην κοιλιά. Δε γύρισε ακόμα.
Είμαι γεμάτος σχισμές. Σχισμές που διαφαίνονται στο δέρμα όταν αδυνατίζει απότομα. Όπως ακριβώς σε μια λεχώνα.
Στην τσέπη μου έχω μια δραχμή. Γύρισα όλο το πρωί όλα τα υπουργεία και τις εφημερίδες. Υπάρχει μία πιθανότητα μεθαύριο να μας δώσουν την άδεια. αν με δεχτεί ο υπουργός…Τι θέλω εγώ εδώ. Τι θέλω!
Μίλησα με τον επιχειρηματία. Άσιμε - μου λέει - το μαγαζί θα το δώσω, δεν αντέχω άλλο. Έχεις χρηματοδότη;
- Περίμενε - του λέω - είναι κρίμα να χάσεις την ευκαιρία τώρα. Τώρα που σίγουρα θα δουλέψει το χειμώνα.
- Θα το δώσω - μου λέει -.
Πήρα τηλέφωνο τα παιδιά. Βρήκα μόνο τον ένα.
- Θα πάμε Θεσσαλονίκη - του λέω. Βρες τα παιδιά και μη τους αφήσεις να σκορπίσουν. Έδωσα την είδηση στις εφημερίδες. Κάτι τέτοιο θα το δημοσιεύσουν σίγουρα.
Μην τους αφήσεις να σκορπίσουν.
“Ο Νιόνιος έκανε το μπάνιο του. Και μάλιστα, μόνος του για πρώτη φορά. Η Μαμά του τον χάιδευε γελώντας και απορώντας.”
- Άραγε θα μ’ αφήσουν να κάνω παράσταση στη Θεσσαλονίκη!!!;…
                                                      7
“Ο Νιόνιος πήγε στο σπίτι της πάπιας. Κτύπησε το κουδούνι...ντρίνν...”
- Ο κύριος Α.
- Μάλιστα.
- Από το Αστυνομικό τμήμα.
- Τι θέλετε.
- Μας κατήγγειλαν ότι κάνετε φασαρία και δεν εφαρμόζετε τους κανόνες της πολυκατοικίας.
- Μάλιστα  και ποιος σας τόπε.
- Οι ένοικοι. Προχτές μάλιστα βγάλατε έξω τα σκουπίδια σε ακατάλληλη ώρα. 
Ξέρετε, απαγορεύεται.
- Απαγορεύεται;
- Μάλιστα.
- Τα σκουπίδια...και ήρθατε γι'αυτό.
- Ναι, να σας κάνουμε συστάσεις.
- Χαίρετε. είπε η πάπια. Χαίρετε. είπε ο Νιόνιος.
- Ποιος είστε δε σας ξέρω. Σας έχω ξαναδεί;
- Μπα σε καλό σου πάπια, είπε ο Νιόνιος. Μα δε με γνωρίζεις;
- Όχι, είπε η πάπια και φώναξε τις γουρουνίτσες.
- Γνωρίζει καμμιά σας τον κύριο. Τον ωραίο κύριο που ήρθε στο πάρτυ μας;
- Όχι, είπαν οι γουρουνίτσες και κύταζαν κλεφτά η μια την άλλη”.
Τη φίλη μου την έχασα, δεν είχα άλλη δραχμή να τηλεφωνήσω. Κάποτε σταμάτησα τριάντα μανιασμένους...Ουαί τοίς πλανωμένοις.
Ο Διευθυντής της Αστυνομίας μου συνέστησε να μη προβώ σε περαιτέρω επιπλοκές.
Το ντουέτο έκανε δηλώσεις στη Χριστιανική. Η φίλη μου δε γύρισε σπίτι. Η γειτόνισσα μου είπε χτες με γύρευαν τρεις αστυνομικοί. Σήμερα ήρθαν για τα σκουπίδια. Και νόμισα εγώ πως ήταν...
“- Μα είμαι ο Νιόνιος, είπε το γουρουνάκι, δε με γνωρίζετε;
- Ο Νιόνιος! Είπαν όλες τους με μια φωνή.
- Μα πώς έγινες έτσι. Τι ομορφιές είναι αυτές. Καλέ, τι ωραία που μυρίζει...
- Μ’ έπλυνε η μαμά μου με σαμπουάν. Με σαμπουάν Χαν.
- Καλέ τι όμορφος που είναι. Τι ωραία χωρίστρα...
- Τι ωραίο κουστούμι, τι ωραία γραβάτα.
Φώναζαν όλες μαζί οι γουρουνίτσες, κι απλώνανε μία μία τα χεράκια τους να τον αγγίξουν.”
Μη μ’ αγγίξουν. Δε θα μ’ αλλοτριώσουν. Απεργία πείνας.
- Γιατί δεν πήγες και σύ;
- Μα...
- Γιατί δεν κάνεις αντίσταση;
- Μα δε μπορώ. ο αγώνας μου είναι αλλού. Κάνω, αλλά δεν φαίνεται. Είμαι μαζί σας κι απ’ έξω σας.
Είστε μαζί μου κι απέξω μου. Είμαστε διαφορετικοί. Κάποτε συναντιώμαστε. Κάποτε χωρίζουμε.
- Εγώ δεν έχω πανώ. Εγώ δεν έχω πομπό. Εγώ είμαι πανώ. Εγώ είμαι πομπός. 
Πομπός που δεν πιάνεται εύκολα. Πανώ που δεν διακρίνεται εύκολα. Είμαι μάζα και είμαι ένας - είμαι ένας και είμαι μάζα. Σείς ίσως νοιώσετε. ‘Γω δε θα νοιώσω λεύτερος ποτέ. Λευτεριά είναι κι αυτή βόλεμα. Προς βόλεμα δε στέργω.
“- Πάμε μέσα - είπε η πάπια. Σήμερα γιορτάζουμε διπλά.
- Πάμε να σε κεράσουμε Νιόνιο…”
-  Όχι, ευχαριστώ.
- Μα δε θέλετε να υπογράψετε συμβόλαιο; Μα…η εταιρεία μας σας εξασφαλίζει από πάσης πλευράς. Και τώρα μάλιστα που δεν υπάρχει λογοκρισία.
- Δεν υπάρχει λογοκρισία;;;
- Υπάρχουν όμως Νόμοι. Ποτέ μου δεν κατάφερα να ευθυγραμιστώ με κανόνες συμπεριφοράς.
Σήμερα, ο νοικοκύρης μου είπε να τα μαζέψω και να φύγω. Ο Νοικοκύρης μου είναι κοντός, ο νοικοκύρης μου είναι στρουμπουλός. Ο Νοικοκύρης μου έχει υπόληψη. Η υπόληψη είναι κάτι που κρέμεται, κρέμεται από μια τρίχα. Ο Νοικοκύρης δε θέλει με κανένα τρόπο να του πέσει η υπόληψή του.
Εγώ είμαι ψηλός, εγώ είμαι λεπτός.
Εγώ δεν έχω υπόληψη. Εγώ είμαι τρίχα.
Ο νοικοκύρης μου θέλει να αντικαταστήσει την τρίχα μου με μια άλλη τρίχα.
Η τρίχα μου δεν του πάει, τη φοβάται.
Το βράδυ με πιάσανε να βγάζω τα σκουπίδια. Οι γείτονες με κατάγγειλαν στην Αστυνομία. Η Αστυνομία με κατάγγειλε στους γείτονες. Οι δυο μαζί επέστησαν την προσοχή στο νοικοκύρη μου.
Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος - Της Χούντας -
Όλοι θα δώσουν λόγο - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - Την αλλαγή την ξαναφέραν οι Πινέζοι.
                                                          8
Δεν περνάει ο Φασισμός
            ΠΡΟΣΟΧΗ  ΣΤΟ  ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ  ΜΟΥ !
Είναι ο πιο ανεύθυνος κι ο πιο υπεύθυνος
         Μπάζει - μπάζει - μπάζει - το περβάζι μπάζει
         Πάλι - πάλι - πάλι - το τσουκάλι βράζει
Δέσαμε τον όνο - χρόνο με τον χρόνο
Μένουμε σε πόθο και σας λέμε μύθο
         των Ρωμιών το αίμα
         γίνεται καδένα
         κρέμεται
Στοπ. Προσοχή - Προσοχή…Επιχείριση ανασύστασης του ξεχασμένου κείμενου…
         Όλοι στα ραδιόφωνά σας.
         Προχθές συνάντησα μια πάπια...
         ΠΡΟΣΟΧΗ  Η εταιρεία Μοίρα παρουσιάζει
      - Νικόλας Άσιμος - “Ο Παπάς”, - σούπερ επιτυχία - “Ο Παπάς” -
        Μοίρα. η Ελληνική μουσική εταιρεία.
        Το παιδάκι άκουσε το παραμυθάκι και είπε:
        Όχι εγώ δεν κάνω μπάνιο. Και δεν θα πιω το γάλα μου. Όοοοχι…

Σημείωση. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Panderma” με τίτλο “Μπανανία στοπ” τον Σεπτέμβρη του '74. Από το κείμενο έλειπε το τελευταίο κομμάτι που το βάζω εδώ σε παρενθέσεις.
Κι όσο για μένα θύμωσα
πολύ με το Χρηστάκη
που ξέχασε ετούτη
τη σελίδα
κι ας ήτανε το κείμενο
του ποδαριού
Μα όλα τα δικά μου
είναι του ποδαριού.
Θυμάμαι που πειράχτηκα πολύ με δαύτον πρώτη μου φορά και τελευταία. Με την προχειροδουλειά, γιατί το δέχτηκα πως ήταν προχειροδουλειά και όχι σκοπιμότη...
Ίσως να μην έπρεπε ούτε αυτό και νάφταιγα εγώ, γιατί και γω, πόσες φορές δεν αναγκάστηκα να κάνω προχειροδουλειές, να φαίνεται πως είμαι μουσικός χωρίς ταλέντο. Και δε με ενδιέφερε αυτό. Παρά μονάχα το να γίνει. Και γινόταν, κει που κολώναν όλοι, έστω και πρόχειρα, αυτό που ‘χαμε πιο πριν αποφασίσει.  Αλλά το Χρηστάκη τότε δεν τον ήξερα καλά και δεν τον μέτρησα σωστά. Φοβόμουν μη κι αυτός με ξεγελάσει. Όπως όλοι. και με πονάει αυτό. Μα ο Χρηστάκης ήταν ο Χρηστάκης, είναι και παραμένει ο Χρηστάκης. Κι ενώ οι καταστάσεις έρχονται και παρέρχονται, όπως και οι άνθρωποι, ο Χρηστάκης σταθερά μένει στο περιθώριο και είναι περιθώριο. Ο μόνος παλαβός εκδότης που στέγαζε κατά καιρούς όλους τους παλαβούς, κι οι παλαβοί υπήρξαν σε στιγμές τους παλαβοί χάρις σ’ αυτόν. Και όλο της Ελλάδας το εκδοτικό περιθώριο το κράτησε κατά καιρούς αυτός μονάχος. Και υπήρξε η ψυχή. Κι ίσως ακόμα, αν κι αυτό θα ήταν λυπηρό, να μην υπάρχουν άλλοι. 
Και πώς τολμάς εσύ μαλάκα να τον κρίνεις, περαστικέ επαναστάτη της πορδής.

-------------------

Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.
Αλλά δε θάμαι πια εγώ, θάναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά τον θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δε με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γελοίο.
κι ας μου φαίνονταν γελοίο.

                ***
                                                                 9

Χρειάζομαι μια γυναίκα για σύντροφο. Όχι απλά σεξουαλικό σύντροφο. Αυτά δε θα τα μπορέσω ξανά.  Χρειάζομαι μια γυναίκα για σύντροφο. Χρειάζομαι μια γυναίκα για να ξανοιχτώ. Για να τα δώσω όλα.
Για να ζήσω και να πεθάνω άλλες τόσες φορές απ’ όσες έζησα και πέθανα. Χρειάζομαι μια γυναίκα για να ξαναγενηθώ.
Όμως πάντοτε συμβαίνει. Τόξερα, αλλά πάντοτε το ξέχναγα. Πάντοτε το ήθελα να χρειάζομαι. Και να χρειάζομαι γυναίκα.
Αλλά οι γυναίκες δε με πιάνουνε. Ίσως δε τις πιάνω κι εγώ. Άλλες συχνότητες.
Πάντοτε συμβαίνει. Κι όμως παρ’ όλα αυτά χρειάζομαι.
Χρειάζομαι ο φίλος μου νάναι γένους θηλυκού.

                ***

Είχες το πλεονέκτημα να βλέπεις με εικόνες. Είχα το πλεονέκτημα να δρω χωρίς αυτές. Εσύ εκεί μειονεκτείς. Εγώ μειονεκτώ εκεί που εσύ πλεονεκτείς.
Θα μπορούσε νάταν το τέλειο. Εγώ αδράχνω τη στιγμή και δρω και σύ τη ζωγραφίζεις. Άλλες περιγραφές θα πεις. Όχι. θα πω εγώ.
Θα μπορούσε νάμασταν το συμπλήρωμα. Όμως εσύ ζητάς εικόνιση κι εγώ γυρεύω δράση. Δεν κόλλαγαν αυτά και σπάσαμε.
Κι όμως παρ’ όλα ταύτα δεν έχω τη γνώμη ότι ξεγελάστηκα. Άξιζε τον κόπο.

                ***

Άσχετε που σε πάω.
Ο εωσφόρος έζει έως ως απέθανε.
Ο εωσφόρος απέθανεν έως ως έζει.
Απέθανεν ή έζει ο εωσφόρος έως ως απέθανε.
Έζει ή απέθανεν ο εωσφόρος έως ως έζει.
Αυτό είναι το κλειδί του Κροκ.
Κι ο μόνος υποτιθέμενος κροκάνθρωπος που το επανέλαβε έστω και φραστικά ήταν ο Ιούδας.  Αλλά δεν ήταν ο Ιούδας ο αυθεντικός, ήταν ο κάλπικος.
Γι’ αυτό δε δέχομαι κι αυτόν ξανά στο σπίτι μου.
Όπως δε δέχομαι και σένα
ΑΣΧΕΤΕ.

                ***

Νάχεις τη δύναμη και τη σοφία του Μαλάκα αυτό είναι το παν.
Θα είμαι το ουδέτερο.
Αλλά εσύ δεν τόπιασες κι έγραψες από κάτω
ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΛΑΚΑ !

                ***

Θέλεις να πατάς σταθερά
Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά 
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθειές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές
Άν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι αυτό το ξέχασες που σούλεγα
μωρό μου κείνο το πρωινό
δίπλα στη σκάλα.  Πως η ζωή
                                                            10
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά
να δημιουργώ κόσμους.

                ***
Εγώ δεν είμαι τουρίστας.
Δε θέλω νάμαι τ’ αξιοθέατο των τουριστών.
Ποτέ μου δεν έχω πράξει για να περνάω την ώρα μου.
Δε θέλω να περνάς την ώρα σου μαζί μου.
Ούτε να επισκέπτεσαι το χώρο μου τουριστικά.
Γι αυτό να μην ξανάρθεις.
Τώρα θα σε βρίσκω όποτε θέλω εγώ.
Αντιστρέφω τους όρους.
Κρίμα που είναι έτσι.

                ***

Ωρε τι θα μπόραγα να κάνω αν δεν ήτανε το καθημερινό χαμαλίκι.
Θα μπορούσα νάχα πράξει αλλοιώς και να μην υπήρχε το χαμαλίκι. Αλλά το ξέρω
τότε δε θα μπορούσα τίποτα να κάνω.  Γιατί δε θάμουνα εγώ.
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους κάλπικους φονιάδες.
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους φοιτητές, τους κώλους και τους χέστες.
Γιατί θα ήμουνα και γω σαν τους αριστερούς, σαν τους “αναρχικούς” και τα πρεζόνια.
Γιατί θα ρούφαγα ακόμα από τη μαμά και το μπαμπά.
Γιατί θα ρούφαγα τους γύρω.
Γιατί στα λόγια θα ‘μουνα ο πρώτος του χωριού ο γκράντεπαναστάτης.
Γιατί θα ήμουν σαν και σένα πούστη.
Γιατί θα ήμουν σαν και σένα φεμινίστρια κουφάλα.
Γιατί θα τάθελα όλα και γω δικά μου.
Γιατί θα μ’ ενδιέφερε να μη μου πέσει η μύτη.
Γιατί θα φόραγα και γω το προσωπείο.
Γιατί θε νάχα τόνα πόδι εδώ και τάλλο απ’ την άλλη.
Γιατί στο πρώτο ζόρι θάχα να καταφύγω σ’ αυτούς που μούναι ξένοι και δικοί.
Γιατί θα ήμουν κόσμος, κόσμος μες στον κοσμάκη.
Γιατί δε θάμουνα εγώ.
Το προτιμώ το χαμαλίκι.
Αλλά δε τη μπορώ τη μέθοδο. Δεν την αντέχω.
Η μέθοδος του προτιμότερου όταν την εφαρμόζω με σκοτώνει.
Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί. Μούρθε κάποτε η φράση στο κεφάλι. Ρώτησα τι σημαίνει.
“Πατέρα, πατέρα, γιατί μ’ εγκαταλείπεις”. Κι αυτό ήταν ηλίθιο, όπως το χαμαλίκι.
Χειρότερο απ’ αυτό.
Νάχα τη δύναμη να πω ξανά το “δε μου επιτρέπεται να θέλω”.

                ***

Κόψε τόνα, κόψε τάλλο
κόψε τούτο, κόψε κείνο
κόψε, κόψε, κόψε,
… δεν υπάρχει τίποτα να κόψεις
Τότε από τι ν’ αποκοπείς.
Σίσυφος…
Φτάνεις ως το τέρμα.
Και ξανά απ’ την αρχή.
Είναι το ίδιο τέρμα;
Η ίδια αρχή;
                                                                 11
ίσως κάποτε νοιώσω τη διαφορά.
Θάχω τη δύναμη;

* Για ‘σένα που τα διαβάζεις φίλε αναγνώστα φαίνονται απλά και κατανοητά κι ηλίθια, σαν συμβάντα της ζωής σου. Όμως για κάποιον που έζησε όπως ζω. και δεν υπήρξε ποτέ του αναγνώστης είναι διαφορετικά. Εσύ θα ‘χεις τη δύναμη να νοιώσεις έστω και μόνο αυτό.

                ***

Συχνά σα με ρωτούσανε αν είμαι καλλιτέχνης
εγώ απάνταγα πως ναι, αλλά δεν κάνω τέχνη.
Προσπαθώ να δημιουργήσω τις συνθήκες για να κάνουμε και τέχνη.

                ***

Δεν έδωσα σε άλλον
τα κλειδιά
ούτε του σπιτιού μου
ούτε της καρδιάς μου
Αρνήθηκες να τα πάρεις
Φοβήθηκες μήπως
σου ξεκλειδώσω
τη δική σου
καρδιά.

-----------------------

ΤΟ ΤΡΟΧΟΦΟΡΟ

Δε μπαίνω σε λεωφορείο. Δε τα μπορώ. Δε γίνομαι ψάρι σε κονσέρβα εγώ. Γι αυτό και δεν πολυμετακινούμαι. Και κόλλησα Εξάρχεια. Και πηγαίνω με τα πόδια. Το προτιμάω με τα πόδια. Και στου διάλου τη μάνα με τα πόδια, κι ας έχω και το πιτσιρίκι. Πάντως τυχαίνει και το παραβαίνω τούτο δω καταναγκαστικά, καμμιά φορά.
Όπως και τότες που θυμάμαι μπήκα μια φορά στον ηλεκτρικό καπνίζοντας τσιγάρο. Πετάγεται μια κλώσσα, μια καρακάξα γκιόσα και μου λέει να το σβύσω γιατί απαγορεύεται. “Κυρία μου”, της λέω, “εάν σας ενοχλεί το τσιγάρο θα το σβύσω, γιατί δε θα τόθελα ποτέ να ενοχλώ το διπλανό, αλλά ετούτο το ‘απαγορεύεται’ ποτέ δεν το κατάλαβα, ποτέ μου δε το χώνεψα. Καθότι το μυαλό μου είναι λειψό και φτάνει μέχρι τόσο. “Απαγορεύεται”, μου λέει, “Είναι διαταγή εκ της Αστυνομίας”, και “θα καλέσω την Αστυνομία, χίπυ, αλήτη, γύφτε βρωμερέ. Και μίασμα της κοινωνίας”.
Και τότες άναψα και γω κι αφού το είπα φωναχτά πως δε τα χάφτω τούτα εγώ, και πως δε δέχομαι Αστυνομία γω, παπάδες, δικαστές, καθηγητές και βάλε και δε μπορεί μια κλώσσα, μια καρακάξα γκιόσσα να με καταστείλλει και την παρακαλώ να το βουλώσει, γιατί είμαι και τρελλός με δίπλωμα κι αν αυτή έχει την τσιρίδα εύκολη εγώ σαν θέλω ουρλιάζω σαν τον Ταρζάν.
Είπα αυτό που ήτανε, είπα την αλήθεια. Μόνο που την έριξα κατάμουτρα, πως ήτανε μια κλώσσα, μια καρακάξα γκιόσα.
Και πέσανε επάνω τα θηρία, όχι στη γκιόσσα αλλά σε με, να προστατέψουν δυστυχώς το ασθενές, και την τιμή και την υπόληψη της κυρίας καρακάξας, της οποιαδήποτε κατίνας με μουνί, κι  ας ήτανε η ίδια θωρηκτό, διπλή στα κιλά από εμέ. Αλλά τι να περιμένεις από αυτούς που δε το βρήκαν το μουνί ποτές, παρά μονάχα στο μπουρδέλλο και περιμένουν στην ουρά και χύνουνε σε δυο λεπτά. Όπως και τότε που τους βάζαν στο στρατό να γαμάνε τα τσουβάλια και να φωνάζουν όλοι τους στρατιωτικά το πως καφλώνουνε μ’ αυτά και χύνουνε για την πατρίδα. Της πατρίδας μας η παρθενιά και τα τσουβάλια. Και έγραψε ο Καλιαρντάρης ο Πετρόπουλος εκείνο το “Μπουρδέλο” και τρέχουν όλοι μα όλοι παλαβοί να το αγοράσουνε. Όπως ανοίγουνε σαν παλαβοί τα αθλητικά για να διαβάσουν τον αγώνα, που τον είδαν με τα μάτια τους, τον είδαν και τον ξέρουν. Όλοι στο τριπ του δύστυχου του σκύλου ...
με το κουδουνάκι και το φαϊ. Με το κουδουνάκι σας μαντρώνουν.
Θαυμάζω το κουράγιο σου τυχαία άσχετη πουτάνα. Εσύ καταναγκάστηκες κι αντί να είσαι πιο καθαρή από την άλλη τη λεχρή μικροαστή τη φεμινίστρια κουφάλα την “καταπιεσμένη” που έδεσε το γάιδαρο και υπανδρεύθη και στέλνει το χαμάλη για δουλειά, και δεν πλένει και τα πιάτα, διότι της είναι ταπεινωτικό, και τον βάζει και τα πλένει αυτός καμμιά φορά, και πάντα είναι κουρασμένη στο κρεβάτι και τον στέλνει στο μπορντέλλο.
                                                              12

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΜΟΡΦΗ ,ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΛΩΣ ΕΚΑΤΩΝ ΠΕΝΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ,ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΣΕ ΛΙΓΟ Θ ΑΡΧΙΣΟΥΝ ΝΑ ΤΟΝ ΑΝΑΚΑΛΙΠΤΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ, ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΣΑΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΝΑ ΚΡΙΦΤΟΥΜΕ ,ΣΑΝ ΚΟΙΝΟΝΙΑ ΔΥΣΤΗΧΩΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΕΝ ΛΟΓΟ ΘΕΜΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΨΥΧΙΑΤΡΟ΄,ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΑΦΡΗ ΤΟ ΧΩΜΑ ΠΟΥ ΣΕ ΣΚΕΠΑΖΕΙ ΚΑΙ ΑΝ ΕΧΕΙ ΚΑΠΙΑ ΑΞΙΑ, ΣΥΓΝΩΜΗ.