Άναψε το πορτατίφ πάνω στο δρύινο τραπέζι που χρησιμοποιούσε ως γραφείο. Ένα χλωμό φως έκανε κίτρινο τον χώρο, σαν παλιά φωτογραφία. Πήρε το δοχείο με το μελάνι και την πένα με την ξύλινη λαβή. Τράβηξε μια επίμονη ρουφηξιά από την πίπα του και αφού βαριαναστέναξε, άρχισε να χαράζει δρόμους στο χαρτί.
Βρέθηκαν ξένοι που πρόσφεραν περισσότερα απ’ όσο περίμενε, άδολοι και με ανοιχτή καρδιά. Περιπλανήθηκε στα δάση που μοναχικοί λύκοι έλεγαν το τραγούδι τους στο φεγγαρόφωτο χωρίς να θέλουν κανείς να τους ακούσει. Στα παζάρια της προστυχιάς, κουτοπόνηροι, χαιρέκακοι και εκμεταλλευτές πουλούσαν υποσχέσεις. Έκλεινε τα αυτιά του.
Αυτοί που έκαναν καριέρες βασισμένες στα ψέματα, άφηναν στο περιθώριο τους καλλιτέχνες και τους ποιητές του μέλλοντος. Είχαν μάθει να παίζουν στο χρηματιστήριο των συναισθημάτων και στο καζίνο των προσδοκιών. Έβαζαν τόκο στα όνειρα και τον ζητούσαν χωρίς αυτά να δικαιωθούν. Μάγκες του τίποτα.
















