του Θάνου Ανδρίτσου

Πως θα ήταν τέτοιες μέρες πριν τρία χρόνια; Μερικοί μαθητές θα ετοιμάζονταν για ένα διαγώνισμα λοξοκοιτώντας τα Χριστούγεννα. Ένας άνεργος θα κοιτούσε στις αγγελίες μήπως και βρει καμιά δουλειά. Μια παρέα φοιτητών θα προετοιμάζονταν για την εξεταστική και ίσως μια άλλη θα γύριζε από μια πανελλαδική πορεία. Όλοι θα ήταν καλεσμένοι σε ένα Νίκο ή μια Νίκη το Σάββατο βράδυ. Και όμως κανείς δεν θα πήγαινε, αλλά θα συναντιόντουσαν στους δρόμους των πόλεων, στο εκρηκτικό Πολυτεχνείο, στη μαχόμενη Νομική και αλλού.
Η σφαίρα που έδινε το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη τέλος στη ζωή του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, έμελλε να πυροδοτήσει ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά ξεσπάσματα στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Συσσωρευμένη για χρόνια στα υπόγεια ρεύματα, άλλοτε εκφρασμένη σε συγκροτημένους αγώνες, άλλοτε άναρθρη και υπόκωφη, η οργή ξεχείλισε μέσα σε λίγα λεπτά και κατέκλυσε τα πάντα για εβδομάδες. Οργή μιας γενιάς χωρίς φωνή, καταδικασμένη στην ανασφάλεια, με ένα μέλλον κλεμμένο και σκοτεινό. Αλλά και οργή για το κράτος και τους μηχανισμούς του που σκοτώνουν ανήλικα παιδιά στα Εξάρχεια, στοχεύοντας συνολικά στην ανυπακοή και τον τσαμπουκά της νεολαίας.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη συμπεριλαμβάνει τόσες πολλές αφηγήσεις, και παρέχει τόσο κρίσιμα συμπεράσματα που δεν μπορούν να αναλυθούν σε ένα σύντομο κείμενο. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι στιγμάτισε και καθόρισε μια ολόκληρη γενιά και μια ολόκληρη περίοδο.














