Πήγα για κάπαρη σε μια όμορφη εξοχή του χωριού και στεναχωρήθηκα. Είδα τα γκρέμια των αγροικιών εκεί πάνω στο λοφάκι, καπαριές είχανε φυτρώσει στους αρμούς, ανάμεσα στις πέτρες της λιθοδομής και κρέμονταν από τους τοίχους, η βλάστηση ολόγυρα είχε αγριέψει, τα αλωνάκια τους βουβά και μέσα σε κάθε ερείπιο ένας κόσμος παλιός, υπέροχος.
Μπήκαμε σε ένα απ’ αυτά και βγήκαμε βαστώντας από το κρουκέλι ένα πανέμορφο χυτό σκουριασμένο καπίστρι. Καπίστρι. Έχουνε δει άραγε οι σύγχρονοι Έλληνες....
στα μάτια τους καπίστρι; Έχουνε πατήσει ποτέ στο κέντρο πέτρινου αλωνιού;
Ένας πλούτος αμύθητος στην ελληνική ύπαιθρο αφημένος να ρημάζει. Έργα ανθρώπων υπέροχα, συμβατά με το περιβάλλον και την κλίμακα του κάθε τόπου, αφήνονται εδώ και χρόνια στο έλεος της καταστροφής.
Κι όλα αυτά διότι πρώτοι και καλύτεροι αυτοί που τα κατείχαν και τα δούλευαν, προτίμησαν να τα παρατήσουν και να γίνουν μισθοφόροι ή να κάνουν τα παιδιά τους μισθοφόρους καταναλωτές, να τα στείλουν μακριά από τη ζωή, να ζήσουν σαν σκλάβοι, να προοδεύσουν.









